Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Από το Εθνικόν Κράτος του Μεταξά στην Ελληνική Πολιτεία του Τσολάκογλου και του Ράλλη

 Στιγμιότυπο από την κατοχική Βέροια. Ακλόνητες αξίες...  

 

 

 Η «συνέχεια του κράτους» επί Κατοχής  

 Γράφει ο Τάσος Κωστόπουλος

Μια φωτογραφία αξίζει, ως γνωστόν, πολύ περισσότερες από χίλιες λέξεις – αλλά η νοηματοδότησή της είναι συνήθως αδιανόητη δίχως αυτή την έλλογη πλαισίωση, που φωτίζει το πώς και το γιατί κάθε αποτυπωμένου στιγμιότυπου. Η πρόσφατη ανακάλυψη των φωτογραφιών από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών κάθε απόχρωσης στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944 δεν θα μπορούσε φυσικά να ξεφύγει απ’ αυτό τον κανόνα: πέρα από τη συγκλονιστική, πράγματι, θέα ανθρώπων που βαδίζουν προς το θάνατο τραγουδώντας κι αντικρίζουν το εκτελεστικό απόσπασμα υψώνοντας –κάποιοι απ’ αυτούς– τη γροθιά τους, η ερμηνεία (ή επανερμηνεία) του ίδιου αυτού γεγονότος αποτελεί ήδη το αντικείμενο δημόσιων αντιπαραθέσεων στον δημόσιο χώρο· αναφέρομαι κυρίως στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που αποτελούν σήμερα το προνομιακότερο πεδίο για τέτοιου είδους ζυμώσεις.

Είναι πολύ νωρίς, βέβαια, για να ξέρουμε αν η ανακάλυψη αυτή θα έχει τον ίδιο μακροχρόνιο αντίκτυπο στη διαμόρφωση της συλλογικής ιστορικής συνείδησης μ’ εκείνον που είχε η δημοσίευση το 1980 στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» των (εξίσου συγκλονιστικών) φωτογραφικών ντοκουμέντων από την εκτέλεση 23 χωρικών στο Κοντομαρί των Χανίων την επαύριο της Μάχης της Κρήτης (2.6.1941) και τον απαγχονισμό πέντε ΕΠΟΝιτών στα Ιλίσια (5.4.1944) από ταγματασφαλίτες που πόζαραν επιδεικτικά μπροστά στα άψυχα σώματα των θυμάτων τους. Το σίγουρο είναι όμως ότι πραγματικό διακύβευμα της τωρινής συζήτησης αποτελούν τα πολιτικά χαρακτηριστικά αυτής της διαμόρφωσης, ιδίως όσον αφορά την ταυτότητα θυτών και θυμάτων.

Την Πρωτομαγιά του 1944 στην Καισαριανή εκτελέστηκαν 200 «κομμουνιστές» (όπως διαβάζουμε στην επίσημη ανακοίνωση του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή) ή 200 πολιτικά απροσδιόριστοι «Ελληνες» (όπως τους θέλει λ.χ. η πολυδιαφημισμένη ταινία του Παντελή Βούλγαρη); Ποια σχέση είχαν οι ελληνικές δωσιλογικές Αρχές μ’ αυτό το έγκλημα και τι είδους συνέχειες εντοπίζονται ανάμεσα στα κατοχικά «μέτρα εξιλασμού» (τις μαζικές δηλαδή εκτελέσεις ομήρων) και την προπολεμική και μεταπολεμική εγχώρια εθνικοφροσύνη;

Η επίσημη ανακοίνωση

Από μια άποψη, τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Η κακογραμμένη ανακοίνωση, κατ’ αρχάς, του Γερμανού διοικητή, που δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες της προηγούμενης μέρας, δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία ούτε για τα κριτήρια της επιλογής των θυμάτων ούτε για την εμπλοκή ντόπιων συνεργατών του κατοχικού μηχανισμού:

«Την 27.4.1944 κομμουνιστικαί συμμορίαι παρά τους Μολάους κατόπιν μιας ενέδρας επιθέσεως εδολοφόνησαν ανάνδρως ένα Γερμανόν στρατηγόν και 3 συνοδούς του. Πολλοί Γερμανοί στρατιώται ετραυματίσθησαν.

Ως αντίποινα θα εκτελεσθούν:

1) Ο τυφεκισμός 200 κομμουνιστών την 1.5.1944.

2) Ο τυφεκισμός όλων των ανδρών τους οποίους θα συναντήσουν τα γερμανικά στρατεύματα επί της οδού Μολάοι προς την Σπάρτην, έξωθεν των χωρίων.

Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως άλλους 100 κομμουνιστάς» («Καθημερινή», 30.4.1944).

Εξίσου σαφή είναι και τα στατιστικά στοιχεία που παραθέτει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης για την ταυτότητα των 200 εκτελεσμένων της Καισαριανής. Τα τρία τέταρτα (157) ήταν κομμουνιστές πολιτικοί κρατούμενοι που είχαν φυλακιστεί επί Μεταξά στο «Στρατόπεδον Συγκεντρώσεως Κομμουνιστών» της Ακροναυπλίας και παραδόθηκαν τον Μάιο του 1941 στους Γερμανούς, που τους μετέφεραν αργότερα στο δικό τους στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Χαϊδάρι· από τους υπόλοιπους, τουλάχιστον οι μισοί (22) είχαν συλληφθεί επίσης ως κομμουνιστές, είτε το καλοκαίρι του 1941 στο πλαίσιο ενός κύματος «προληπτικών» συλλήψεων είτε αργότερα, ως μέλη του ΕΑΜ.

Η έννοια του «κομμουνιστή» εκείνων των ημερών, τόσο υποκειμενικά όσο και αντικειμενικά, δεν ταυτιζόταν βέβαια απόλυτα με εκείνη του μέλους του ΚΚΕ: περιλάμβανε επίσης παλιούς δηλωσίες διαγραμμένους από το κόμμα, οργανωμένους τροτσκιστές ή αρχειομαρξιστές αλλά και ανένταχτους αριστερούς που είχαν ταξινομηθεί ως τέτοιοι από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας κατά τα προπολεμικά χρόνια. Με δεδομένη δε τη συζήτηση των ημερών μας, χρήσιμο είναι πάντως να θυμόμαστε πως η ζωή, η δράση και η προσωπική συγκρότηση των ανθρώπων εκείνων, που μπαινόβγαιναν διαρκώς σε φυλακές κι εξορίες και συχνά ήταν σακατεμένοι από τις κακουχίες και τα βασανιστήρια, δεν έχει και πολλή σχέση με τον βίο και τα πεπραγμένα του σημερινού δυναμικού του ομώνυμου κόμματος, που έχει πίσω του μισό αιώνα ανέφελης κοινοβουλευτικής παρουσίας και η ηγεσία του καθησύχασε τους κυβερνώντες από το βήμα της Βουλής ότι στην «πραγματική επανάσταση» (που υποτίθεται πως ευαγγελίζεται) «δεν πρόκειται να σπάσει ούτε ένα τζάμι»…

Οι εκατό του Παπαδόγκωνα

Ας έρθουμε, όμως, στο δεύτερο βασικό διακύβευμα της τωρινής ζύμωσης: τη συμβολή του σκληρού πυρήνα της ελληνικής εθνικοφροσύνης στις εκατόμβες των χιτλερικών «μέτρων εξιλασμού». Η τελευταία φράση της γερμανικής ανακοίνωσης για το μακελειό της Πρωτομαγιάς παραπέμπει στις εκτελέσεις που πραγματοποίησαν οι ταγματασφαλίτες του συνταγματάρχη Παπαδόγκωνα («Β΄ Αρχηγείον Χωροφυλακής», ήταν ο επίσημος τίτλος του Σώματος) σε διάφορα σημεία της νότιας Πελοποννήσου, με θύματα ήδη κρατούμενους αγωνιστές. Από διάφορες πηγές γνωρίζουμε ότι στην Καλαμάτα εκτελέστηκαν τότε 30 μέλη του ΕΑΜ (27 άντρες και 3 γυναίκες)· στον Μελιγαλά άλλοι 10, στη Σπάρτη 11, στο Γύθειο 6 κ.ο.κ.

Καλαμάτα. Το διακριτικό μνημείο των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944 από τους ταγματασφαλίτες, που εκδικήθηκαν «αυτοβούλως» τον θάνατο του Γερμανού στρατηγού και προϊσταμένου τους
Καλαμάτα. Το διακριτικό μνημείο των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944 από τους ταγματασφαλίτες, που εκδικήθηκαν «αυτοβούλως» τον θάνατο του Γερμανού στρατηγού και προϊσταμένου τους | Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Καλαμάτα. Το διακριτικό μνημείο των εκτελεσμένων της Πρωτομαγιάς του 1944 από τους ταγματασφαλίτες, που εκδικήθηκαν «αυτοβούλως» τον θάνατο του Γερμανού στρατηγού και προϊσταμένου τους
Τ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Από έγγραφο απευθυνόμενο στο «Ελληνικόν Εθελοντικόν Σώμα Σπάρτης», με το οποίο δίνεται εντολή για τον τουφεκισμό «των καθορισθέντων 11 κομμουνιστών», πληροφορούμαστε πάντως πως αυτό το «μέτρον αμύνης» είχε διαταχθεί κεντρικά, από τον υπουργό Εσωτερικών της κυβέρνησης Ράλλη, Αναστάσιο Ταβουλάρη (Γιάννης Χ. Ρουμελιώτης, «Η Εθνική Αντίσταση στη Λακωνία», έκδοση 2η, [Αρεόπολη] 2005, σ. 435). Εξίσου διαφωτιστικό για το κλίμα των ημερών, αλλά και για τη στάση μιας μερίδας της εθνικόφρονος τοπικής κοινωνίας, είναι πάλι το δημοσιευμένο ημερολόγιο ενός συντηρητικού νοικοκυραίου του Γυθείου, για όσα προηγήθηκαν των εκτελέσεων στην πόλη του:

«30/4/1944, Κυριακή. Εγινε ο γάμος του [ιχθυοπώλη] Αθωνα Ν. Ξηνταράκου με την Μιμίκα Δ. Μποτσιαράκου, παρευρέθησαν πολλοί προσκεκλημένοι, όλοι οι διοικητές των γερμανικών Αρχών Γυθείου με αντιπροσωπείες όλων των υπηρεσιών τους, ο Διοικητής μετά των αξιωματικών του εδώ ελληνικού τάγματος [Ασφαλείας] και πολλά μέλη της κοινωνίας μας. Ηγέρθησαν προπόσεις εκ μέρους όλων, ιδιαιτέρως οι Γερμανοί ευχήθηκαν χρόνια ευτυχισμένα, ελεύθερα, με μία μεγάλη ένδοξη Ελλάδα. Προσφέρθηκαν φαγητά άφθονα, προπολεμικά, κρασί άφθονο και κράτησε το γλέντι έως το μεσονύκτιο που σταμάτησε η ηλεκτρομηχανή. Τους πολίτες προσκεκλημένους τους συνόδευαν οι Γερμανοί ώς την πόρτα των σπιτιών τους» (Ζαχαρίας Τσιγκάκος, «Το ημερολόγιο του παππού Ζαχαρία», Αρεόπολη 2023, σσ.127-8).

«Όταν παρίσταται ανάγκη επιβολής του Κράτους του Νόμου διά κατανα­γκαστικών μέτρων, μη διστάζετε να ζητήτε την συνδρομήν των αρχών της Κατοχής» | Γεώργιος Τσολάκογλου προς νομάρχες, επάρχους και κοινοτάρχες της Μακεδονίας (23.8.1941)

Οι ευχές των κατακτητών για «μία μεγάλη ένδοξη Ελλάδα», σε μια εποχή που η υπαρκτή Ελλάδα είχε ήδη ακρωτηριαστεί από το Γ΄ Ράιχ και δεκάδες χιλιάδες πολίτες της είχαν πεθάνει από την πείνα που προκάλεσε η συστηματική λεηλασία των εγχώριων αποθεμάτων από τα στρατεύματα κατοχής, καθώς και η ευμενής –προφανώς– υποδοχή τους από τους ντόπιους συνδαιτυμόνες τους, δεν πρέπει να μας ξενίζουν. Οπως έχει εύστοχα επισημανθεί, ήδη από τις πρώτες μέρες της Κατοχής ο λόγος των δωσιλογικών κυβερνήσεων ήταν έντονα εθνικιστικός, όχι μόνο επειδή σ’ ένα σύγχρονο κράτος

Η μεταξική κληρονομιά

Σε μεγάλο βαθμό, τα δομικά χαρακτηριστικά της κατοχικής «Ελληνικής Πολιτείας» υπήρξαν άμεση προέκταση του μεταξικού καθεστώτος που προηγήθηκε κι από τα σπλάχνα του οποίου αυτή προήλθε. Οπως υπενθύμισε το 1948 ο πρώην αρχηγός της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στην Ελεύθερη Ελλάδα, ακόμα «κι αν ο Μεταξάς δεν ήταν σύμμαχός τους και δεν θα συνεργαζόταν ποτέ με τους Γερμανούς, είχε προετοιμάσει ωστόσο το δρόμο για την κατοχή, προσαρμόζοντας ανάλογα την κρατική μηχανή και συνηθίζοντας το λαό σε αυταρχική διακυβέρνηση. Οι Γερμανοί, επομένως, δεν είχαν ανάγκη να επινοήσουν ένα νέο είδος διοικήσεως για να γεμίσουν το κενό· χρειάστηκε μόνο να βρουν μερικά πρόσωπα, για τις κενές θέσεις των υπουργείων» (C. M. Woodhouse, «Το μήλο της έριδος», Αθήνα 1975, σ. 51).

Η υποδοχή του σχηματισμού της κυβέρνησης Τσολάκογλου από τα κύρια άρθρα του αθηναϊκού Τύπου της επομένης (30.4.1941) είναι αρκετά αποκαλυπτική γι’ αυτή την ιδιότυπη αίσθηση συνέχειας του κράτους, σε συνθήκες πλέον ξένης κατοχής. «Από του απογεύματος της χθες αι τύχαι της χώρας είναι αποτεθειμέναι εις χείρας υπευθύνου Κυβερνήσεως», πανηγύριζε χαρακτηριστικά η «Ακρόπολις». «Το γεγονός θα χαιρετισθή με ζωηράν ικανοποίησιν από τον Ελληνικόν λαόν. Διότι, υπέρ πάσαν άλλην περίστασιν, η σημερινή επέβαλε να μη εξακολουθήση παραμένων ακέφαλος και ακυβέρνητος ο τόπος. […] Τα προβλήματα είναι πολλά και τραχύτατα. Το Ελληνικόν σύνολον όμως περικλείει δυνατότητας δημιουργικής αποδόσεως, προσαρμογής, αντοχής, των οποίων έδωσε δείγματα, εν πολέμω και εν ειρήνη, αληθώς θαυμαστά».

Το «Ελεύθερον Βήμα» αποφάνθηκε πως «ο σχηματισμός κυβερνήσεως δεν απετέλει απλώς μίαν ανάγκην, επιβληθείσαν εκ των περιστάσεων, αλλά και βασικήν προϋπόθεσιν προς ανασύνταξιν και αναδιοργάνωσιν της χώρας», η δε «Καθημερινή» προεξόφλησε πως «από σήμερον ο τόπος θα έχη Κυβέρνησιν νόμιμον, προεδρευομένην από γενναίον αξιωματικόν του Ελληνικού Στρατού», συνεργάτες του οποίου «εις το τραχύ έργον της ανορθώσεως και της περισυλλογής είναι διακριθέντες αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού και πολίται διακεκριμένοι».

Η «Πρωία» δεν έκρυψε, τέλος, τη χαρά της για το γεγονός ότι σχηματίστηκε «μία κυβέρνησις ελληνική, εκπροσωπούσα διά τους πολίτας την προστασίαν του ελληνικού κράτους επί των νομίμων συμφερόντων των μέσα εις τα πλαίσια της σημερινής πραγματικότητος», η οποία ως εκ τούτου «θα έχει την αμέριστον και νομιμόφρονα βοήθεια του ελληνικού λαού εις το βαρύτατον έργον της».

Ηδη από την προηγούμενη πενταετία οι εφημερίδες υποβάλλονταν βέβαια σε ασφυκτική προληπτική λογοκρισία· καθεστώς που απλά χειροτέρευσε μετά τη συνθηκολόγηση, με την προσθήκη Γερμανού και Ιταλού λογοκριτή δίπλα στον Ελληνα συνάδελφό τους.

Πιστοποίηση φρονημάτων

Χαρακτηριστικότερη αποτύπωση της θεσμικής συνέχειας ανάμεσα στο μεταξικό και το κατοχικό κράτος υπήρξε η διατήρηση του «πιστοποιητικού υγιών κοινωνικών φρονημάτων», του βασικού δηλαδή θεσμού που είχε θεσπιστεί επί 4ης Αυγούστου για τον πολιτικό έλεγχο του πληθυσμού. Ηταν ένα έγγραφο που εξέδιδε το Υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας του Μανιαδάκη (και πιο συγκεκριμένα η Διεύθυνσις Εθνικής Ασφαλείας), ύστερα από αίτηση του ενδιαφερόμενου στο αστυνομικό τμήμα ή τον σταθμό χωροφυλακής του τόπου κατοικίας του, και πιστοποιούσε πως ο εν λόγω πολίτης «κρίνεται από απόψεως φρονημάτων ότι μπορεί να διορισθή» σε κάποια συγκεκριμένη θέση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε ανώνυμη εταιρεία ή σε ιδιωτική επιχείρηση «συμβεβλημένη μετά του Κράτους, της οποίας αι εργασίαι ενδιαφέρουν αμέσως ή εμμέσως την Ασφάλειαν και την οικονομικήν ζωήν της χώρας» (άρθρο 11 του Α.Ν. 1075/1938). Το πιστοποιητικό αυτό αποστελλόταν απευθείας από την Ασφάλεια στην αναφερόμενη υπηρεσία, που το κρατούσε στο αρχείο της. Απαγορευόταν ωστόσο αυστηρά (με βαριές ποινικές κυρώσεις) να παραδοθεί στον ενδιαφερόμενο ή ν’ ανακοινωθεί το περιεχόμενό του «προς αυτόν ή και προς παν ξένον τη υπηρεσία πρόσωπον».

Ουσιαστικά, όπως επισήμαινε και η εισηγητική έκθεση του Μανιαδάκη, με τη συγκεκριμένη διάταξη «νομιμοποιήθηκε» η μέχρι τότε «διοικητικώς λαμβανομένη μέριμνα ελέγχου των κοινωνικών φρονημάτων των διοριζομένων υπαλλήλων και υπηρετών», πρακτική την οποία γνωρίζουμε κυρίως από καταγγελίες στον αριστερό Τύπο της προδικτατορικής περιόδου (χαρακτηριστικό δείγμα, το άρθρο του Δημήτρη Γληνού «Το πιστοποιητικό της βαρβαρότητας», στον «Ριζοσπάστη» της 18.2.1936).


Πιστοποιηκοινωνικών φρονημάτων: του 1941 (για τον διορισμό δασκάλας) | ΓΑΚ https://www.efsyn.gr/sites/default/files/styles/default_big/public/2026-02/27-pistopoiitiko%20fronimaton-1941.png.webp?itok=9SFFFO2I

  Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων του 1943 (για τον διορισμό κλητήρα στο Βαρβάκειο) 

Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων του 1942 (για τον διορισμό καθαρίστριας) | ΓΑΚ
Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων του 1943 (για τον διορισμό κλητήρα στο Βαρβάκειο). Η Κατοχή δεν άλλαξε τίποτα στο ζύγισμα της συνείδησης των πολιτών από τις υπηρεσίες ασφαλείας | ΓΑΚ πιστοποιητικά  κοινωνικών φρονημάτων: του 1941 (για τον διορισμό δασκάλας) | ΓΑΚ
 

Η κατοχική διοίκηση διατήρησε κι εξακολούθησε μέχρι τέλους να εφαρμόζει αυτή τη νομοθεσία, απαιτώντας πιστοποίηση «υγιών κοινωνικών φρονημάτων» από τις υπηρεσίες ασφαλείας για τον διορισμό κάποιου πολίτη ακόμα και για θέσεις επιστάτη ή καθαρίστριας σε δημοτικό σχολείο. Αρκετά τέτοια πιστοποιητικά έχουν διασωθεί στα αρχεία κρατικών υπηρεσιών της εποχής (Νομαρχία Αττικής, Δήμος Θεσσαλονίκης κ.ά.). Εν μέσω ξένης κατοχής, προϋπόθεση ακόμα και για τη βραχυχρόνια πρόσληψη σε κάποιο δημόσιο φορέα, πόσο μάλλον για τη διατήρηση της υπαλληλικής ιδιότητας, συνιστούσε μ’ άλλα λόγια ο σεβασμός «του κρατούντος κοινωνικού καθεστώτος»!

Το βαρύ χέρι του κράτους

Για τον σκληρό πυρήνα του κατασταλτικού μηχανισμού, τον εκ γενετής ταγμένο στην υπεράσπιση αυτού του καθεστώτος, η ξένη κατοχή ελάχιστη είχε άλλωστε σημασία. Απολογούμενος το 1945 στο Ειδικό Δικαστήριο Δωσιλόγων, ακόμα κι ο διοικητής της διαβόητης Ειδικής Ασφάλειας, Αλέξανδρος Λάμπου, τη συνέχεια αυτή επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει τη δράση του κάτω από τις διαταγές του αρχηγού των Ες Ες: «Η μόνη μου σκέψις ήτο η δίωξις των κομμουνιστών οίτινες ήσαν εχθροί της Πατρίδος. […] Με τας εθνικιστικάς οργανώσεις, αίτινες ειργάζοντο υπέρ της Πατρίδος μας συνειργαζόμην. Η Ασφάλεια κατεδίωκε πάντα όστις ενήργει εναντίον της τιμής και της ζωής της Πατρίδος μας. […] Εάν δι’ ένα συλληφθέντα υπεβάλλετο βεβαίωσις αξιωματικών περί των εθνικών του φρονημάτων, αφήνετο ελεύθερος» (Επίσημα πρακτικά, σσ.120-122).

Λόγια του αέρα, από έναν κατηγορούμενο που εκστόμιζε όποια δικαιολογία πίστευε πως μπορούσε να τον σώσει στις τότε συνθήκες; Πολύ πιθανό. Η δίκη εκείνη επιβεβαίωσε όμως πως την ίδια συλλογιστική συμμερίζονταν και πολλοί άλλοι, στις τάξεις ιδίως των (μεταπολεμικών) σωμάτων ασφαλείας και συναφών υπηρεσιών: «Μεταξύ των μαρτύρων “κατηγορίας” που είχαν κληθεί αυτεπαγγέλτως από τον Επίτροπο, συναντάμε και πάλι κρατικούς αξιωματούχους που ενσάρκωναν τη συνέχεια του κράτους, και οι οποίοι μετατράπηκαν σε μάρτυρες υπεράσπισης. Δοσίλογοι αξιωματικοί που παρέμεναν σε υπηρεσία, μέλη του ΕΔΕΣ Αθήνας, ο διευθυντής των φυλακών Χατζηκώστα και ο διοικητής της Σχολής Χωροφυλακής ήρθαν να υποστηρίξουν, κατά τα ειωθότα, ότι οι κατηγορούμενοι είχαν απλώς καταδιώξει τους κομμουνιστές –όπως προέβλεπε η κείμενη νομοθεσία– και ότι κάθε άλλη υπέρβαση καθήκοντος έπρεπε να αποδοθεί στην ιδιαιτερότητα της κατάστασης μάλλον, παρά σε προδοσία εκ προθέσεως» (Δημήτρης Κουσουρής, «Δίκες των δοσιλόγων», Αθήνα 2014, σσ. 447-8).

Πέρα από τη δράση της Ειδικής, που κλιμακώθηκε την τελευταία χρονιά της Κατοχής με την προσφυγή σε παραστρατιωτικά αποσπάσματα θανάτου, ακόμα πιο εύγλωττη υπήρξε ωστόσο η συμπεριφορά του ευρύτερου κατασταλτικού μηχανισμού κατά τις πρώτες μέρες μετά τη συνθηκολόγηση του 1941 – τότε που τα πράγματα ήταν ακόμη ρευστά και τα ανακλαστικά της εθνικής ενότητας κι αλληλεγγύης που γέννησε ο πόλεμος της Αλβανίας υποτίθεται ισχυρότερα.

Από τους 2.040 κομμουνιστές πολιτικούς κρατούμενους της 4ης Αυγούστου που παρέμεναν σε φυλακές και εξορίες την άνοιξη εκείνης της χρονιάς, οι 1.849 παραδόθηκαν από τις ελληνικές υπηρεσίες ασφαλείας στους Γερμανούς, ενώ μόλις 191 κατάφεραν ν’ αποδράσουν, ως επί το πλείστον από χώρους κράτησης της επαρχίας (Σίφνος, Φολέγανδρος, σανατόριο Ασβεστοχωρίου) με την ανοχή συνήθως των δεσμοφυλάκων τους (Μενέλαος Χαραλαμπίδης, «Οι δωσίλογοι», Αθήνα 2023, σ. 223). Η παράδοσή τους έγινε με εντολή του μεταξικού υπουργού Ασφαλείας Μανιαδάκη, πριν εγκαταλείψει τη χώρα ακολουθώντας τον βασιλιά.

Μαζί με τους κρατούμενους παραδόθηκαν στους ναζί και οι σχετικοί φάκελοι της Ασφάλειας και της υπηρεσίας πληροφοριών του ελληνικού στρατού. Οι τελευταίοι δεν αφορούσαν μονάχα τους «εν ενεργεία» κομμουνιστές αλλά και τους «αποχαρακτηρισμένους» πρώην συντρόφους τους, όπως διαπιστώνουμε από το περιεχόμενο ενός απ’ αυτούς που διατηρήθηκε στο αρχείο του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (RSHA), στο Βερολίνο.

Πολύ γρήγορα, προτού καν εμφανιστούν στα βουνά οι πρώτες αντιστασιακές ανταρτοομάδες, οι προπολεμικοί αυτοί πολιτικοί κρατούμενοι συμπληρώθηκαν με καινούργιους, βάσει πάντα των σχετικών καταλόγων της ελληνικής Ασφάλειας. Ενα πρώτο κύμα συλλήψεων σημειώθηκε σε διάφορα σημεία της χώρας την επαύριο της γερμανικής εισβολής στη Σοβιετική Ενωση. Στην Καλαμάτα και τα περίχωρά της δεκάδες αριστεροί ή και απλώς δημοκράτες πιάστηκαν λ.χ. στις αρχές Ιουλίου από τη Χωροφυλακή, για να μεταφερθούν στη συνέχεια από τους καραμπινιέρους στις φυλακές της Πάτρας (Βάγγιω Βουρνά, «Οράματα και μνήμες», Αθήνα 2001, σσ. 140-7).

Στην Πάτρα, πάλι, ο αστυνομικός διευθυντής Γ. Κιόλας παρέδωσε τον Αύγουστο στην Ιταλική Στρατιωτική Διοίκηση κάμποσους κατοίκους της πόλης, μαζί με αναλυτική έκθεση για το ιστορικό του τοπικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (Βασίλης Λάζαρης, «Πολιτική ιστορία της Πάτρας», τ. Γ΄, Αθήνα 1989, σσ. 71-73). Παρόμοιες επιδόσεις αναφέρονται τον ίδιο μήνα στη Λευκάδα, την Εύβοια, τα Τρίκαλα, τη Λακωνία κ.ο.κ.

Η χαρτογράφηση του εσωτερικού εχθρού από το «εθνικόν κράτος» του Μεταξά στα αρχεία του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ: «ερυθρά δελτία» κομμουνιστών στρατιωτών από το Αν στρατιωτικών μονάδων τους... | BUNDESARCHIV ... «δελτία ταυτότητος και παρακολουθήσεώς» τους από την Εθνική Ασφάλεια... | BUNDESARCHIV ... και ο συγκεντρωτικός κατάλογος που έφτιαξε η Γκεστάπο με βάση αυτό το υλικό | BUNDESARCHIV  

 Η Ειδική Ασφάλεια ενημερώνει τους προϊσταμένους της για τη ρίψη «αντεθνικών» αντιστασιακών προκηρύξεων «κατά της Κυβερνήσεως και των στρατευμάτων Κατοχής» στο Αιγάλεω (1942) | ΓΑΚ / ΑΡΧΕΙΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 

 Η χαρτογράφηση του εσωτερικού εχθρού από το «εθνικόν κράτος» του Μεταξά στα αρχεία του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ: «ερυθρά δελτία» κομμουνιστών στρατιωτών από το Α2 των στρατιωτικών μονάδων τους... | BUNDESARCHIV  

... «δελτία ταυτότητος και παρακολουθήσεώς» τους από την Εθνική Ασφάλεια... | BUNDESARCHIV  

... και ο συγκεντρωτικός κατάλογος που έφτιαξε η Γκεστάπο με βάση αυτό το υλικό | BUNDESARCHIV  

Η Ειδική Ασφάλεια ενημερώνει τους προϊσταμένους της για τη ρίψη «αντεθνικών» αντιστασιακών προκηρύξεων «κατά της Κυβερνήσεως και των στρατευμάτων Κατοχής» στο Αιγάλεω (1942) | ΓΑΚ / ΑΡΧΕΙΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ  

Η χαρτογράφηση του εσωτερικού εχθρού από το «εθνικόν κράτος» του Μεταξά στα αρχεία του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ: «ερυθρά δελτία» κομμουνιστών στρατιωτών από το Α2 των στρατιωτικών μονάδων τους... | BUNDESARCHIV  

... «δελτία ταυτότητος και παρακολουθήσεώς» τους από την Εθνική Ασφάλεια... | BUNDESARCHIV  

... και ο συγκεντρωτικός κατάλογος που έφτιαξε η Γκεστάπο με βάση αυτό το υλικό | BUNDESARCHIV  

Η Ειδική Ασφάλεια ενημερώνει τους προϊσταμένους της για τη ρίψη «αντεθνικών» αντιστασιακών προκηρύξεων «κατά της Κυβερνήσεως και των στρατευμάτων Κατοχής» στο Αιγάλεω (1942) | ΓΑΚ / ΑΡΧΕΙΟ ΝΟΜΑΡΧΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ

01 04  

Δεν επρόκειτο για πρωτοβουλίες μεμονωμένων στελεχών αλλά για κεντρική πολιτική επιλογή, όπως αποδεικνύει σχετική διαταγή του τότε αρχηγού της Χωροφυλακής, συνταγματάρχη Παναγιώτη Σπηλιωτόπουλου, «περί [του] τρόπου συλλήψεως των Κομμουνιστών, εντολή των Ιταλικών αρχών κατοχής» (21.8.1941):

«Ι. Οσάκις αι αρχαί αυταί αιτώνται παρά της Διευθύνσεως Ειδικής Ασφαλείας ή άλλων Διοικήσεων αξιωματικών Χωροφυλακής την σύλληψιν Κομμουνιστού θα ενεργήται αμέσως ταύτη προς αποφυγήν πάσης τυχόν παρεξηγήσεως εις βάρος της συνεργασίας μετά των αρχών κατοχής.

ΙΙ. Ακολούθως η ενεργήσασα την σύλληψιν του Κομμουνιστού αρχή, βάσει των υπαρχόντων παρ’ αυτή στοιχείων θα παρέχει αμελητί πληροφορίας προς την Αστυνομικήν αρχήν ή Ιταλικήν αρχήν Κατοχής, περί του βαθμού του επικινδύνου του Κομμουνιστού, διά την τελικήν περί αυτού απόφασιν.

Εάν η ενεργήσασα την σύλληψιν Αρχή δεν κατέχει στοιχεία του συλληφθέντος θα γνωρίζη περί τούτου εις την Διεύθυνσιν Ειδικής Ασφαλείας του Κράτους (ήτις θα παρέχη τα αιτούμενα στοιχεία αρμοδίως). Τας ανωτέρω ενεργείας δέον να διακρίνη ταχύτης και ακρίβεια.

Η κατά τον ανωτέρω τρόπον ρύθμισις εις τα των συλλήψεων των Κομμουνιστών έχει ως αποτέλεσμα αφ’ ενός μεν να αποφεύγηται και η ελαχίστη χρονοτριβή δυναμένη να δημιουργήση προφανώς κίνδυνο παρεξηγήσεως, ότι ευνοούντες τους Κομμουνιστάς σκοπίμως κωλυσιεργούμεν εις την εκτέλεσιν των αιτήσεων των αρχών κατοχής, αφ’ ετέρου δε εξουδετερούται ο κίνδυνος εξαφανίσεως του Κομμουνιστού, μετά την οποίαν η χωροφυλακή δεν θα αποφύγει την κατηγορίαν ότι συνήργησεν εις ταύτην, ενώ έχομεν κάθε συμφέρον να ευρισκόμεθα εν αρμονία σχέσεων μετά των αρχών κατοχής».

Η πολιτική αυτή θα συστηματοποιηθεί με την έκδοση στις 5 Νοεμβρίου εγκυκλίου του υπουργείου Ασφαλείας, η οποία καθιστούσε τα σώματα ασφαλείας υπεύθυνα για την «πρόληψιν και τιμωρίαν των εγκλημάτων και εγκληματιών κατά του κοινωνικού καθεστώτος» και τη στενή συνεργασία τους «μετά των Βασιλικών Καραμπινιέρων διά την καταστολήν ανατρεπτικών δράσεων και συνωμοσιών» (Κων/νος Αντωνίου, «Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής», τ. Γ΄, Αθήναι 1965, σ. 1898).

Η «ανθελληνική» αντίσταση

Στο πλαίσιο αυτό, κάθε αντικατοχική ενέργεια έπαιρνε αυτόματα το πρόσημο της «αντεθνικής» δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό δείγμα, μια τυπική αναφορά του Γραφείου Εθνικής Ασφαλείας της Διοικήσεως Χωροφυλακής Αθηνών προς την ηγεσία του σώματος (14.6.1942, αρ.1/240/5):

«Λαμβάνω την τιμήν ν’ αναφέρω ότι την 13-6-42 και περί ώραν 9ην πρωινήν ανευρέθησαν εν τη περιφερεία του Σ.Χ. Πυριτιδοποιείου παρά του ανθ/στού Ζερβουλάκου Σαράντου δύο προκηρύξεις του ΕΑΜ Πυριτιδοποιείου αντεθνικού περιεχομένου στρεφομένου κατά της Κυβερνήσεως και των στρατευμάτων Κατοχής.

Περί της ανευρέσεως των προκηρύξεων έλαβε γνώσιν και το Ιταλικόν Φρουραρχείον και επελήφθη και τούτο εκ παραλλήλου μετά της οικείας υπηρεσίας Χωροφυλακής διά την ανακάλυψιν και σύλληψιν των δραστών, πλην μέχρι σήμερον δεν κατέστη δυνατή […]. Διετάχθη η Υ.Χ. Πυριτιδοποιείου όπως εντείνη τας ενεργείας της διά την ανακάλυψιν και σύλληψιν των δραστών» (Αρχείο Νομαρχίας Αθηνών, φ. 1).

Ως «αντεθνικό» περιεχόμενο, οι προστάτες της εθνικής ασφάλειας χαρακτήριζαν το παρακάτω σύνθημα: «Εμπρός, παληκαρίσια, σαν ένας άνθρωπος, μέσα στα πλαίσια του ΕΑΜ ας παλέψουμε μ’ όλους τους δυνατούς τρόπους να σταματήσουν οι εκτελέσεις και συλλήψεις, για καθημερινό συσσίτιο, τρόφιμα, μεροκάματα ικανοποιητικά, λήψι μέτρων κατά των ασθενειών».

Ακόμα χειρότερα ήταν φυσικά τα πράγματα στη Βόρεια Ελλάδα, όπου κάθε αντιστασιακή κίνηση αποδιδόταν από τον δωσιλογικό μηχανισμό σε «πράκτορες της βουλγαρικής προπαγάνδας», με σκοπό την «απώλεια της εμπιστοσύνης των Γερμανικών Αρχών προς τας Ελληνικάς τοιαύτας» (Αρχείο Αθ. Χρυσοχόου, φ.1, έγγρ.18, Διεύθυνσις Υπηρεσίας Αλλοδαπών, Εν Αθήναις 5.12.1941, αρ. 103/14/ι/6). Ακόμα και η εμφάνιση «κομμουνιστικής κινήσεως» μεταξύ των φοιτητών του ΑΠΘ την άνοιξη του 1942 αποδόθηκε από τις υπηρεσίες ασφαλείας στην ίδια «προπαγάνδα», που (υποτίθεται πως) ήθελε να πείσει τους Γερμανούς «ότι το Πανεπιστήμιον αποτελεί εστίαν κομμουνιστικήν και αντιδράσεως κατά των Αρχών Κατοχής, ίνα διά του τρόπου τούτου επιτύχη το κλείσιμον τούτου» (όπ.π., φ. 10, έγγρ. 209).

«Συνδρομή» του στρατού κατοχής

Γερμανοί και Ιταλοί δεν εκλαμβάνονταν όμως μονάχα σαν οι τελικοί κριτές της φερεγγυότητας του δωσιλογικού μηχανισμού (κι επιδιαιτητές του ανταγωνισμού του με τους Βούλγαρους φασίστες). Θεωρούνταν επίσης ως οι ύστατοι εγγυητές της επιβίωσης αυτού του τελευταίου, απέναντι σε κάθε απόπειρα διασάλευσης της Νέας Τάξης.

Οι οδηγίες του Τσολάκογλου προς τους επάρχους, νομάρχες και κοινοτάρχες της Μακεδονίας (23/8/1941) είναι απ’ αυτή την άποψη διαφωτιστικές: «Οταν παρίσταται ανάγκη επιβολής του Κράτους του Νόμου διά καταναγκαστικών μέτρων», προστάζει, «μη διστάζετε να ζητήτε την συνδρομήν των αρχών της Κατοχής, όταν τα διατιθέμενα παρ’ υμίν όργανα καθίστανται ανεπαρκή ή ανίκανα να επιβάλουν την τάξιν και να εφαρμόσουν τα υπό της Κυβερνήσεως διατασσόμενα μέτρα».

Ουκ ολίγοι παραλήπτες έσπευσαν να συμμορφωθούν. Ακόμη και στην περιοχή της Καστοριάς, όπου οι βιαιοπραγίες των διαβόητων Ιταλικών Ταγμάτων Ερεύνης για τον αφοπλισμό των χωριών παρουσιάζονται συνήθως από την ελληνική βιβλιογραφία σαν ανθελληνική εκστρατεία βουλγαρικής έμπνευσης, στην πραγματικότητα η σύσταση και εξαπόλυση των εν λόγω Ταγμάτων υπήρξε πρωτοβουλία του εκεί νομάρχη Γεράσιμου Βουλιέρη. Το εξηγεί ο ίδιος με αφοπλιστική σαφήνεια σε έκθεσή του προς τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας (10.10.1941, αρ. 22 εμπ.) που εντοπίστηκε στο αρχείο του τότε Γ.Γ. του Υπουργείου Εσωτερικών, Λεωνίδα Μπατρίνου (ΕΛΙΑ Θεσσαλονίκης, Φ.1.1). Ενώ το καλοκαίρι του 1941, «χάρις και εις την αμέριστον ενίσχυσιν των Ιταλικών Αρχών, είχεν επιβληθή και ελειτούργει το Ελληνικόν Κράτος καθ’ όλας τας εκδηλώσεις αυτού», διαβάζουμε, τον Σεπτέμβριο «οι χωρικοί (Βουλγαρίζοντες) […] αγνοούν τας αρχάς, Χωροφυλακήν, διδασκάλους κ.λπ.», με αποτέλεσμα «την διασάλευσιν της τάξεως, της ασφαλείας και την χαλάρωσιν απασών των υπηρεσιών». Μπροστά σ’ αυτή την αμφισβήτηση της δανεικής εξουσίας του, ο εκπρόσωπος της Ελληνικής Πολιτείας θα καταφύγει στην πυγμή των κατοχικών στρατευμάτων:

«Τας ανωτέρω εγκληματικάς και στασιαστικάς εκδηλώσεις εις συχνάς συναντήσεις έθεσα υπ’ όψιν του νέου Ιταλού Φρουράρχου. Ανέπτυξα εν πάσει λεπτομερεία εις αυτόν τα ελατήρια των ανωτέρω εκδηλώσεων και τους επιδιωκομένους σκοπούς. Του ετόνισα ότι ταύτα δεν είναι συμπτωματικαί ή κοιναί πράξεις αλλ’ ότι έχουν βαθύτερα τα ελατήρια.

Κατέληξα τέλος να τον βεβαιώσω ότι πεποίθησίς μου είναι ότι πρόκειται περί εφαρμογής προσχεδιασθέντος προγράμματος υπό της Βουλγαροκομμουνιστικής προπαγάνδας και ότι όχι μόνον αναμένω συνέχειαν μεμονωμένων παρομοίων ενεργειών, αλλά υποπτεύομαι ότι πιθανόν ν’ αντιμετωπίσωμεν και ομαδικάς στάσεις και επέμεινα ότι πρόκειται περί εφαρμογής προγράμματος με σκοπόν να καταρακώσουν τας Ελληνικάς αρχάς, να επιβάλουν την τρομοκρατίαν, αλλά και να παρουσιάσουν και την αδυναμίαν και αυτού του στρατού Κατοχής να επιβάλη την τάξιν.

»Του επέβαλον τέλος την γνώμην ότι προς πρόληψιν νέων γεγονότων λίαν δυσαρέστων εις βάρος του φιλησύχου πληθυσμού αλλά και εις βάρος του κύρους των Ιταλικών και Ελληνικών αρχών, επιβάλλεται η λήψις μέτρων σκληρών. […]

»Τας ανωτέρω εισηγήσεις μου ήκουσε μετά μεγάλης προσοχής, του επρουξένησαν δε βαθυτάτην εντύπωσιν, τέλος υιοθέτησε τας απόψεις ταύτας.

»Προέβη αυθημερόν εις την σύλληψιν πολλών κατοίκων του χωρίου Λεύκης, φερομένων ως ενόχων των εγκλημάτων και της εν γένει κομμουνιστικοβουλγαρικής προπαγάνδας. Συνέλαβε επίσης και κρατεί και τας οικογενείας κατοίκων μη επιτευχθείσης εισέτι της συλλήψεώς των και οίτινες θεωρούνται και είναι ασφαλώς η κυρία κινητήριος δύναμις και οι αυτουργοί των εγκλημάτων.

»Εμείναμεν εν τέλει απολύτως σύμφωνοι ότι επιβάλλεται η λήψις εν συνεχεία και άλλων γενικωτέρων μέτρων καθ’ όλην την ύπαιθρον προς πρόληψιν ενδεχομένων παρομοίων εκδηλώσεων και εις άλλα χωρία (προληπτικαί συλλήψεις υπόπτων κτλ)».

Οπως προκύπτει από τη συνέχεια της ίδιας έκθεσης, ο νομάρχης δεν έκανε του κεφαλιού του, αλλά ενεργούσε σε συμφωνία και μ’ άλλες τοπικές αρχές:

«Την επομένην παρουσιασθείς πάλιν εις τον κ. Φρούραρχον μετά του περιοδεύοντος ανωτέρου Διοικητού Χωρ/κής Κοζάνης κ. Πανίτσα και Εισαγγελέως Πρωτοδικών Καστορίας επανελάβομεν την παράστασίν μας, τονίσαντες την σοβαρότητα της καταστάσεως. Απεφασίσθη η συγκρότησις καταδιωκτικών αποσπασμάτων με σκοπόν την σύλληψιν των φυγοδικούντων, την κατάπνιξιν πάσης τυχόν εκδηλώσεως επαναστατών εν τη γεννέσει της και την επιβολήν της τάξεως και του κύρους των Στρατ. Αρχών».

Ακόμα χειρότερα εξελίχθηκαν τα πράγματα με την αντίστοιχη πρωτοβουλία των συναδέλφων τους της γειτονικής Κοζάνης, λίγες μέρες αργότερα. Οταν στο ποντιακό χωριό Μεσόβουνο ο άρτι διορισμένος κοινοτάρχης (και καταδότης των συγχωριανών του) σκοτώθηκε από έναν παλαίμαχο ντόπιο κομμουνιστή και οι χωρικοί βγήκαν για λόγους αυτοπροστασίας στο βουνό, νομάρχης, εισαγγελέας και διοικητής χωροφυλακής κατέφυγαν στο γερμανικό φρουραρχείο ζητώντας του να λάβει «τα κατά την κρίσιν του μέτρα διά την αντιμετώπισιν του δημιουργηθέντος ζητήματος». Τελική κατάληξη του διαβήματος ήταν το κάψιμο του χωριού κι ένα από τα πρώτα ολοκαυτώματα της Κατοχής, με την εκτέλεση 135 τουλάχιστον κατοίκων (Ο Ιός, «Ανατομία μιας σφαγής», περ. «Εψιλον», 27.10.2002). Φυσικά, ο πατριώτης νομάρχης και οι πολιτικοί προϊστάμενοί του έσπευσαν κι εδώ ν’ αποδώσουν την τραγωδία –πού αλλού;– στη «βουλγαρική προπαγάνδα»…

Πηγή: efsyn.gr 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αγαπητοί αναγνώστες,

Εκτιμούμε ιδιαίτερα τις απόψεις και τις σκέψεις σας. Σας ενθαρρύνουμε να συμμετέχετε ενεργά στις συζητήσεις, με σχόλια που προάγουν την καλοπροαίρετη ανταλλαγή απόψεων.

Για τη διασφάλιση ενός πολιτισμένου και φιλικού περιβάλλοντος, παρακαλούμε να αποφύγετε σχόλια που περιέχουν:

Υβριστικό ή ρατσιστικό περιεχόμενο.
Προσωπικές επιθέσεις ή μειωτικούς χαρακτηρισμούς.

Περιεχόμενο που παραβιάζει τη δεοντολογία ή τους κανόνες ευγένειας.
Η συντακτική ομάδα διατηρεί το δικαίωμα να διαγράφει σχόλια που δεν συμμορφώνονται με τους παραπάνω κανόνες, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.

Ευχαριστούμε για την κατανόηση και τη συνεργασία σας!

Aridaia-gegonota.blogspot.com

(3)