Η εισβολή των Γιουγκοσλάβων σε ελληνικό έδαφος στην Πέλλα, η αρχική σύγχυση, η ελληνική άμυνα, οι 17 νεκροί Γιουγκοσλάβοι και οι διαπραγματεύσεις που έδωσαν τέλος στη συμπλοκή
- Το 1948 σημειώθηκε σύγκρουση στο όρος Βόρας μεταξύ ελληνικών και γιουγκοσλαβικών δυνάμεων, με 17 νεκρούς Γιουγκοσλάβους και 5 τραυματίες Έλληνες.
- Η επίθεση των Γιουγκοσλάβων στο Κουτσούμπεη έγινε κατά λάθος ή με εντολή Τίτο για στρατιωτικούς και πολιτικούς σκοπούς, εν μέσω εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα.
- Η ελληνική πλευρά κατάφερε να αναχαιτίσει την εισβολή μετά από σφοδρή μάχη και ενισχύσεις, αν και αρχικά υπήρξε σύγχυση λόγω ομίχλης.
- Μετά τη μάχη, ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και ανταλλαγή αιχμαλώτων και νεκρών υπό την επίβλεψη διεθνούς επιτροπής, παρά τις καθυστερήσεις και την αρχική άρνηση των Γιουγκοσλάβων.
- Η σύγκρουση και οι διαπραγματεύσεις επιβεβαίωσαν την τεταμένη σχέση Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας εκείνη την περίοδο, με αμφισβητήσεις και κατηγορίες αμοιβαίων προκλήσεων.
Ένα άγνωστο επεισόδιο που έγινε το 1948, στο όρος Βόρας (Καϊμακτσαλάν) του νομού Πέλλας μεταξύ ελληνικών και γιουγκοσλαβικών δυνάμεων (το 1948 η περιοχή που ανήκει σήμερα στα λεγόμενα Σκόπια ανήκε στην ενιαία Γιουγκοσλαβία, η οποία διαλύθηκε το 1991) είχε σαν αποτέλεσμα 2 Γιουγκοσλάβοι αξιωματικοί και 15 στρατιώτες να χάσουν τη ζωή τους, ενώ μόνο 5 Έλληνες τραυματίστηκαν.
Τι προηγήθηκε του επεισοδίου στο Κουτσούμπεη;
Το Κουτσούμπεη είναι κορυφή του όρους Βόρας στα όρια των νομών Πέλλας και Φλωρίνης, με υψόμετρο 2.448 μέτρα. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, από την περιοχή διέρχονταν πολύ συχνά δυνάμεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ), μέσω του γιουγκοσλαβικού εδάφους, από και προς το Βίτσι.
Ο Ελληνικός Στρατός θέλοντας να φράξει τα σύνορα είχε εγκαταστήσει φυλάκια κατά μήκος της οροθετικής γραμμής με τη Γιουγκοσλαβία. Μετά τη ρήξη Τίτο-Στάλιν, οι μετακινήσεις των ανταρτών περιορίστηκαν, ωστόσο στην περιοχή επικρατούσε νευρικότητα.
Γιόσιπ Μπροζ Τίτο
Τον Αύγουστο του 1948, το Γ' Σώμα Στρατού, στη ζώνη ευθύνης του οποίου ανήκε η Πέλλα, διατάχθηκε να πλήξει τις αντάρτικες δυνάμεις στο Καϊμακτσαλάν, ώστε να αποτρέψει μετακίνησή τους προς τον Γράμμο, όπου γινόταν επίθεση του ΕΣ. Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Δάφνη» ανατέθηκε στην 32η Ταξιαρχία (ΤΞ) Πεζικού. Ξεκίνησε στις 25/8/1948 και ολοκληρώθηκε στις 25/9/1948, όταν οι κυβερνητικές δυνάμεις έφτασαν στη μεθόριο.
Η κορυφή Κουτσούμπεη με το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία
Η γιουγκοσλαβική επίθεση στο Κουτσούμπεη στις 8 Σεπτεμβρίου 1948
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1948, στην περιοχή του υψοδείκτη Κουτσούμπεη ήταν αναπτυγμένες δυνάμεις των 514 και 516 Ταγμάτων Πεζικού (ΤΠ). Στην πυραμίδα 119 βρίσκονταν δύο ομάδες μάχης του 3ου Λόχου του 556 ΤΠ, με επικεφαλής αξιωματικό. Ο 1ος Λόχος του 556 ΤΠ ήταν ανεπτυγμένος δεξιά του Κουτσούμπεη, στο ύψωμα 2157, ενώ δύο Λόχοι (διλοχία) του 514 ΤΠ είχαν αναπτυχθεί στα υψώματα Προφήτης Ηλίας (υψ. 2.524 μ.) και Στάλος (υψ. 2.236 μ.).
Στις 2:30 μ.μ., οι ομάδες μάχης που ήταν αναπτυγμένες στην οροθετική γραμμή αντιλήφθηκαν την κίνηση ισχυρών δυνάμεων από το γιουγκοσλαβικό έδαφος. Οι δυνάμεις αυτές αναπτύχθηκαν σε σχηματισμό μάχης και κινήθηκαν προς το ελληνικό έδαφος. Οι 20 περίπου Έλληνες στρατιώτες που βρίσκονταν κοντά τους νόμιζαν αρχικά ότι επρόκειτο για αντάρτες του ΔΣΕ που μπαινόβγαιναν σε ελληνικό και γιουγκοσλαβικό έδαφος.
Όμως, ο διμοιρίτης, Ανθυπολοχαγός Ιωάννης Καπέτης σήμανε συναγερμό και έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να μεταφέρουν τον ελαφρύ όλμο των 60 χιλιοστών στην κορυφή Κουτσούμπεη. Οι υπόλοιποι καλύφθηκαν πίσω από βράχους, κοντά στην πυραμίδα 119.
60 Γιουγκοσλάβοι μπήκαν τελικά στο ελληνικό έδαφος. Οι Έλληνες στρατιώτες άνοιξαν πυρ. Οι Γιουγκοσλάβοι ανταπέδωσαν και προσπάθησαν να κυκλώσουν τους Έλληνες. Ο Καπέτης διέταξε υποχώρηση προς το Κουτσούμπεη. Εκεί η ελληνική δύναμη αναπτύχθηκε αμυντικά. Λόγω της πυκνής ομίχλης, ο στρατιώτης Βασίλειος Μωυσιάδης έχασε τον προσανατολισμό του και πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Γιουγκοσλάβους. Άλλοι τρεις Έλληνες αποπροσανατολίστηκαν προσωρινά, αλλά τελικά κατάφεραν να ενωθούν με τους υπόλοιπους.
Γιουγκοσλάβοι στρατιώτες με αντιαεροπορικό πολυβόλο
Ο Καπέτης απομακρύνθηκε για λίγο και ενημέρωσε τη Διοίκηση του 3ου Λόχου ότι δύναμη 400 ανταρτών (είχε παραπλανηθεί από την ομίχλη) είχε εισβάλει από γιουγκοσλαβικό έδαφος στην περιοχή Κουτσούμπεη. Αρχικά δεν έγινε πιστευτός. Του ειπώθηκε ότι μάλλον λόγω ομίχλης είχε μπερδέψει άλλα ελληνικά τμήματα με αντάρτες και διατάχθηκε να γυρίσει στη θέση του. Όταν επέστρεψε εκεί, λίγο πριν τις 3:15 μ.μ., βρήκε τους άνδρες του να αμύνονται λυσσαλέα, ενώ δέχονταν σφοδρά πυρά. Σε λίγο, άλλες δύο γιουγκοσλαβικές φάλαγγες κινήθηκαν στη νοτιοδυτική πλαγιά του Κουτσούμπεη. Διείσδυσαν σε βάθος 1.500 μέτρων σε ελληνικό έδαφος, ενώ «χτύπησαν» ταυτόχρονα το Κουτσούμπεη και τον Σταθμό Διοίκησης (ΣΔ) του 3ου Λόχου. Η μάχη συνεχιζόταν με Έλληνες και Γιουγκοσλάβους να βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 20 μέτρων, με τη χρήση και χειροβομβίδων.
Στις 5:15 μ.μ. έφτασαν όμως ενισχύσεις για τους ηρωικούς Έλληνες στρατιώτες. Επρόκειτο για τον 1ο Λόχο του 556 ΤΠ που είχε ειδοποιηθεί στο μεταξύ. Κατέλαβε με δύο διμοιρίες τα βραχώδη αντερείσματα νοτιοανατολικά του Κουτσούμπεη ανακόπτοντας τη γιουγκοσλαβική προσπάθεια περικύκλωσης του 3ου Λόχου και με την 3η Διμοιρία του ενίσχυσε τους αμυνόμενους. Γύρω στις 5:30 μ.μ. η ομίχλη διαλύθηκε. Τότε μπήκαν στη μάχη το Πυροβολικό και τα ολμοβόλα του 556 ΤΠ.. Εκμεταλλευόμενοι τα πυρά υποστήριξης οι Έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν εναντίον των Γιουγκοσλάβων, τρέποντάς τους σε φυγή.
Άνδρες και γυναίκες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας
Το φαιδρό της υπόθεσης είναι ότι οι στρατιώτες μας νόμιζαν ότι πολεμούν εναντίον ανταρτών. Μόνο όταν έφτασαν στο σημείο όπου βρίσκονταν οι νεκροί Γιουγκοσλάβοι κατάλαβαν ότι πολεμούσαν εναντίον μονάδων του τακτικού γιουγκοσλαβικού στρατού. Η σύλληψη ενός Γιουγκοσλάβου αιχμαλώτου, το επιβεβαίωσε. Την επόμενη μέρα αιχμαλωτίστηκαν άλλοι δύο στρατιώτες των Γιουγκοσλάβων, οι οποίοι τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 17 νεκρούς (οι δύο ήταν αξιωματικοί). Οι ελληνικές δυνάμεις είχαν 5 τραυματίες και τον στρατιώτη Μωυσιάδη που αποπροσανατολίστηκε και αιχμαλωτίστηκε.
Επίσης, οι Γιουγκοσλάβοι εγκατέλειψαν 4 οπλοπολυβόλα,7 υποπολυβόλα, 4 τυφέκια, χειροβομβίδες, ταινίες πολυβόλων και φυσίγγια αντιαρματικού τυφεκίου, όλα σοβιετικής προέλευσης.
Το τέλος της μάχης - Η συλλογή πειστηρίων από τον ΕΣ
Την ώρα της μάχης στο Κουτσούμπεη, οι Γιουγκοσλάβοι άρχισαν να λαμβάνουν θέσεις μάχης στον Προφήτη Ηλία απέναντι από τα ελληνικά τμήματα προκάλυψης. Λίγο πριν το τέλος της σύγκρουσης, ο επικεφαλής του τομέα Γιουγκοσλάβος αξιωματικός ζήτησε να συναντηθεί με τον Έλληνα ομόλογό του. Αυτό έγινε. Ο Γιουγκοσλάβος τόνισε ότι αν μπουν ελληνικές δυνάμεις στο έδαφος της χώρας του θα δεχτούν πυρά.
Ο Έλληνας αξιωματικός απάντησε ότι δεν πρόκειται να γίνει κάτι τέτοιο, ότι πριν δύο μέρες είχαν περάσει σε γιουγκοσλαβικό έδαφος Έλληνες αντάρτες και δεν πρέπει να δημιουργείται σύγχυση. Ο Γιουγκοσλάβος απάντησε ότι όντως 50 ένοπλοι εντοπίστηκαν, καταδιώχθηκαν και συνελήφθησαν. Αφού είπε ότι θα στείλει περίπολο στην πυραμίδα 119 ζήτησε να μεταβεί Έλληνας αξιωματικός στο Κουτσούμπεη για να δουν τι ακριβώς είχε γίνει. Η μάχη είχε τελειώσει.
Ο Γιουγκοσλάβος αξιωματικός που περίμεναν οι Έλληνες στο Κουτσούμπεη δεν πήγε ποτέ εκεί. Έτσι, καθώς άρχισε να νυχτώνει, υπό τον φόβο νέας γιουγκοσλαβικής επίθεσης δόθηκε εντολή από την 32η ΤΞ να γίνει μεταφορά των 9 νεκρών που είχαν εντοπιστεί ως τότε, λαφύρων, αλλά και άλλων διακριτικών στην έδρα του Τακτικού Στρατηγείου της 32ης ΤΞ. Αυτό έγινε.
Την επόμενη μέρα ανακαλύφθηκαν τα πτώματα άλλων 8 Γιουγκοσλάβων και ενός αντάρτη. Αυτά δεν περισυλλέχθηκαν, για να εξεταστούν από επιτροπή του ΟΗΕ που κλήθηκε στο σημείο. Το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου, δύο μέλη κλιμακίου του ΟΗΕ βρέθηκαν στην περιοχή. Αρχικά εξέτασαν τους 3 αιχμαλώτους και στη συνέχεια είδαν τους 9 νεκρούς που είχαν μεταφερθεί και τα υπόλοιπα πειστήρια.
Στις 10 Σεπτεμβρίου το κλιμάκιο του ΟΗΕ επισκέφθηκε το πεδίο της μάχης. Είδαν τους 8 Γιουγκοσλάβους νεκρούς, τον νεκρό αντάρτη και τις θέσεις μάχης των Γιουγκοσλάβων στο ελληνικό έδαφος που είχαν καλυφθεί πρόχειρα. Παράλληλα, τα μέλη της επιτροπής περισυνέλεξαν οι ίδιοι τους γιουγκοσλαβικούς κάλυκες από το ελληνικό έδαφος.
Η ανάκριση των αιχμαλώτων
Οι τρεις Γιουγκοσλάβοι στρατιώτες που αιχμαλωτίστηκαν κατά τη μάχη ήταν ο Βόσνιος Μουσουλμάνος Αμπτουλάχ Μπούσανιτς ο Σέρβος Μίλοραντ Νεσοβάνιτς και ο Κροάτης Φράνιο Τόπλεκ. Όπως είπαν, υπηρετούσαν στο 1ο Τάγμα της 42ης Ταξιαρχίας, της 2ης Μεραρχίας με έδρα το Μοναστήρι (Μπίτολα). Η δύναμη του Τάγματος ήταν περίπου 480 άνδρες. Ξεκίνησαν από το Μοναστήρι τα μεσάνυχτα της 7ης Σεπτεμβρίου και έφτασαν στις 8 π.μ. της 8ης Σεπτεμβρίου στο Καϊμακτσαλάν. Με τον 1ο Λόχο ως εμπροσθοφυλακή κινήθηκαν πεζή, με τα πόδια δηλαδή, προς τα σύνορα. Στις 2.30 μ.μ. ο 1ος Λόχος προσέγγισε την πυραμίδα 119.
Ανεβαίνοντας είδαν αριστερά τους, 10 περίπου ενόπλους με πολιτικά ρούχα. Τους ρώτησαν ποιοι είναι και αυτοί απάντησαν: «Έλληνες παρτιζάνοι». Οι άνδρες του Λόχου συνέχισαν την πορεία τους ενώ οι «Έλληνες Παρτιζάνοι» έμειναν εκεί που ήταν. Σε λίγο, οι ανιχνευτές του Τάγματος αντιλήφθηκαν 3 Έλληνες στρατιώτες στην πυραμίδα 119. Διατάχθηκαν να τους αιχμαλωτίσουν. Συνέλαβαν τον ένα (Μωυσιάδη), όμως οι δύο άλλοι διέφυγαν.
Σέρβοι στρατιώτες κατά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο
Έπειτα μπήκαν σε ελληνικό έδαφος και οργάνωσαν πρόχειρα θέσεις μάχης και θέσεις όλμων. Ο Διοικητής του Τάγματος έδωσε εντολή να επιστρέψουν σε γιουγκοσλαβικό έδαφος, καλύπτοντας πρόχειρα, όπως διαπίστωσε και η επιτροπή του ΟΗΕ, τις θέσεις μάχης και στη συνέχεια ενημέρωσε τους άνδρες του ότι ο Έλληνας αιχμάλωτος θα μεταφερθεί στο Βελιγράδι για να παρουσιαστεί σε Διεθνή Επιτροπή.
Έδωσε έπειτα εντολή να διώξουν τους Έλληνες από το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Ήταν γύρω στις 5 μ.μ. Κάποια στιγμή, ο επικεφαλής της 3ης Διμοιρίας του 1ου Λόχου ανέφερε στον Διοικητή του: "Δεν βλέπετε Λοχαγέ ότι προχωρούμε εντός ελληνικού εδάφους και μάλιστα ανεπτυγμένοι;" «Κάνε τη δουλειά σου και περίμενε», ήταν η απάντηση. Η κίνηση συνεχίστηκε, ώσπου δέχτηκαν ελληνικά πυρά και άρχισε η μάχη.
Μόλις διαλύθηκε η ομίχλη και άρχισαν τα πυρά των πολυβόλων και οι ριπές όλμων από ελληνικής πλευράς, παρά τις παροτρύνσεις των αξιωματικών τους, οι Γιουγκοσλάβοι τράπηκαν σε φυγή.
Οι διαπραγματεύσεις - Ανταλλαγή αιχμαλώτων
Με διαταγή του Γ’ ΣΣ η 32η ΤΞ ανέλαβε την αποστολή να γίνει συνάντηση με Γιουγκοσλάβο αξιωματικό, στον οποίο θα παρέδιδε έγγραφη διαμαρτυρία για το επεισόδιο. Η ελληνική πλευρά θα τόνιζε ότι επιδιώκει σχέσεις καλής γειτονίας, δεν επιθυμεί εισβολή στο γιουγκοσλαβικό έδαφος, αλλά θα υπερασπιστεί με κάθε τρόπο το δικό της. Τέλος θα ανέφερε ότι ήταν διατεθειμένη να παραδώσει τους νεκρούς, μετά όμως την υπογραφή σχετικού πρωτοκόλλου. Οι Γιουγκοσλάβοι δέχτηκαν την ελληνική πρόταση.
Τελικά, η συνάντηση προγραμματίστηκε για τις 10 Σεπτεμβρίου. Από ελληνικής πλευράς επικεφαλής ήταν ο Ταγματάρχης Ιωάννης Δρανδάκης. Στο προγραμματισμένο σημείο συνάντησης έφτασε με 50 λεπτά καθυστέρηση ένας κατώτερος Γιουγκοσλάβος αξιωματικός που είπε ότι η συνάντηση δεν θα γίνει. Ο διερμηνέας της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν Δεκανέας του 957 Λόχου της ΕΣΑ και είχε υπηρετήσει το 1947 στην ελληνική πρεσβεία στο Βελιγράδι. Αυτός είπε στον Δρανδάκη ότι ο Γιουγκοσλάβος αξιωματικός ανήκε στην ΚΟΑΣ (Κομμουνιστική Οργάνωση Ασφάλειας Συνόρων).
Μετά το ναυάγιο των διαπραγματεύσεων, η ελληνική πλευρά προχώρησε στην ταφή των Γιουγκοσλάβων στρατιωτών, με όλες τις προβλεπόμενες τιμές, παρουσία διεθνούς επιτροπής. Τελικά, η συνάντηση Ελλήνων και Γιουγκοσλάβων έγινε στις 26 Σεπτεμβρίου. Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ξανά ο Ταγματάρχης Δρανδάκης και των Γιουγκοσλάβων ο Ταγματάρχης Οσμάνιτς. Στη συνάντηση οι Γιουγκοσλάβοι ζήτησαν την παράδοση των νεκρών και των αιχμαλώτων τους.
Και η ελληνική πλευρά όμως είχε τα δικά της αιτήματα. Στις 27 Σεπτεμβρίου οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία. Η ελληνική πλευρά θα παρέδιδε τις σορούς των Γιουγκοσλάβων στρατιωτών και θα γινόταν ανταλλαγή αιχμαλώτων. Μετά την παράδοση των νεκρών, η κατάσταση μπλέχτηκε ξανά, καθώς οι Γιουγκοσλάβοι επέμεναν να γραφτεί στο συνοδευτικό πρωτόκολλο ότι τα τμήματά τους «εισήλθαν, κατά λάθος, στο ελληνικό έδαφος».
Ο Τίτο με Γιουγκοσλάβους στρατιώτες
Τελικά συντάχθηκαν δύο πρωτόκολλα. Οι Γιουγκοσλάβοι έγραψαν στο κάτω μέρος του δικού τους τη φράση « Θάνατος στον φασισμό, λευτεριά στον λαό». Με όλες αυτές τις καθυστερήσεις, η ανταλλαγή των αιχμαλώτων έγινε την 1η Οκτωβρίου στο φυλάκιο της Ειδομένης.
Η ελληνική πλευρά παρέδωσε τους τρεις αιχμαλώτους. Οι Γιουγκοσλάβοι παρέδωσαν τον Ανθυπολοχαγό Πετρίτση που είχε μπει κατά λάθος σε γιουγκοσλαβικό έδαφος στην περιοχή της Ειδομένης, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό του, στις 24 Ιανουαρίου 1948, και τον στρατιώτη Μωυσίδη που είχε αιχμαλωτιστεί στο Κουτσούμπεη. Η εικόνα του Πετρίτση, μετά από οκτώ μήνες αιχμαλωσίας, ήταν τραγική.
Υπερβολικά αδύνατος, λόγω πείνας και στερήσεων, δεν μπορούσε όχι μόνο να περπατήσει, αλλά ούτε και να σταθεί όρθιος. Αντίθετα, ο Μωυσιάδης, 20 μέρες μόνο αιχμάλωτος ήταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση.
Για ποιους λόγους έγινε η γιουγκοσλαβική «εισβολή»;
Στις 10/2/1948 ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Διμιτρόφ και οι Γιουγκοσλάβοι υπουργοί Τζίλας και Καρντέλι συναντήθηκαν με τον Στάλιν στο Κρεμλίνο. Εκεί ο Στάλιν δήλωσε ότι πρέπει το ελληνικό αντάρτικο να σταματήσει ή να αναδιπλωθεί. Γιουγκοσλάβοι και Βούλγαροι, που είχαν συμφέροντα από τη συνέχιση του ελληνικού εμφυλίου, διαμαρτυρήθηκαν. Το καλοκαίρι του 1948 υπήρξε οριστική ρήξη Στάλιν και Τίτο, που όμως επιδίωκε τη συνέχιση του ελληνικού εμφυλίου.
Προφανώς, ο Τίτο έδωσε την εντολή για την επίθεση στο Κουτσούμπεη για να περάσουν στην Ελλάδα μαχητές του ΔΣΕ, αφού η περιοχή θα είχε εκκαθαριστεί ή για να συλληφθούν Έλληνες αιχμάλωτοι και να κατηγορηθεί η Ελλάδα, ότι παραβίαζε τη μεθόριο.
Υπάρχει επίσης η εκδοχή ότι ο Τίτο έδωσε την εντολή αυτή, για να εξυπηρετήσει, ως ύστατη χάρη, τον ΔΣΕ, αλλά και για να κατηγορηθεί η Ελλάδα ότι ακολουθεί τακτική προκλήσεων σε βάρος των γειτόνων της. Πάντως, η χώρα μας, εν μέσω εμφυλίου, δεν είχε ούτε κατά διάνοια διάθεση να ανοίξει πολεμικό μέτωπο με τις, εχθρικές τότε, όμορες χώρες.
Το γεγονός πάντως ότι η επίθεση στο Κουτσούμπεη συνέπεσε χρονικά με τη λήξη της επιχείρησης «Κορωνίς» του ΕΣ, που είχε σαν αποτέλεσμα την ανακατάληψη του Γράμμου, σχεδόν επιβεβαιώνει την άποψη για τα δόλια σχέδια του Τίτο.
Άλλωστε, λίγο μετά την ανταλλαγή των αιχμαλώτων, οι Γιουγκοσλάβοι συνέχισαν να επιτρέπουν το πέρασμα δυνάμεων του ΔΣΕ στον Βόρα, τη διεξαγωγή επιχειρήσεων εκεί και παράλληλα συνέχιζαν τις κατηγορίες ότι η Ελλάδα προκαλεί και επιχειρεί να μεταφέρει τον πόλεμό της στη «φιλήσυχη και ουδέτερη Γιουγκοσλαβία».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Αγαπητοί αναγνώστες,
Εκτιμούμε ιδιαίτερα τις απόψεις και τις σκέψεις σας. Σας ενθαρρύνουμε να συμμετέχετε ενεργά στις συζητήσεις, με σχόλια που προάγουν την καλοπροαίρετη ανταλλαγή απόψεων.
Για τη διασφάλιση ενός πολιτισμένου και φιλικού περιβάλλοντος, παρακαλούμε να αποφύγετε σχόλια που περιέχουν:
Υβριστικό ή ρατσιστικό περιεχόμενο.
Προσωπικές επιθέσεις ή μειωτικούς χαρακτηρισμούς.
Περιεχόμενο που παραβιάζει τη δεοντολογία ή τους κανόνες ευγένειας.
Η συντακτική ομάδα διατηρεί το δικαίωμα να διαγράφει σχόλια που δεν συμμορφώνονται με τους παραπάνω κανόνες, χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση.
Ευχαριστούμε για την κατανόηση και τη συνεργασία σας!
Aridaia-gegonota.blogspot.com